Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

Η μάχη της Σέκλιζας (9-11/2/1878)




το θέατρο της μάχης της Σέκλιζας



     Σήμερα τιμούμε τη μάχη της Σέκλιζας η οποία έλαβε χώρα στον λόφο του Αγίου Αθανασίου και την περιοχή του χωριού μας το διάστημα 9-11 Φεβρουαρίου 1878. Η εξιστόρηση, όμως, αυτών των γεγονότων θα είναι ανούσια, αν δε παρουσιαστούν το πλαίσιο και οι  συνθήκες που προκαλούν αυτή τη σύγκρουση.
    Η ανεξαρτησία της Ελλάδος και η αναγνώρισή της ως επίσημο κράτος γίνεται με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου στις 22 Ιανουαρίου 1830. Τα σύνορά της εκτείνονται μέχρι τον Αχελώο, την Οίτη και τον Σπερχειό. Στην ουσία το νέο ελληνικό κράτος αποτελείται από τη Πελοπόννησο, μέρος της Στερεάς Ελλάδας και αρκετά νησιά του Αιγαίου. Συνεπώς το μεγαλύτερο μέρος του ελληνισμού βλέπει τις ελπίδες του για απελευθέρωση να διαψεύδονται. Ανάμεσά τους και η Θεσσαλία.
     Από τότε και μέχρι το 1881, οπότε απελευθερώνεται η Θεσσαλία, συμβαίνουν αρκετά επαναστατικά κινήματα για την απελευθέρωσή της με σημαντικότερα εκείνα του 1854, του 1866 και τελευταίου του 1878 στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και η μάχη της Σέκλιζας.
    Στις 12 Απριλίου 1877 η Ρωσία κηρύττει τον πόλεμο στην Τουρκία με δικαιολογία την προστασία των χριστιανικών πληθυσμών της βαλκανικής. Από την κήρυξη του πολέμου αυτού στην Ελλάδα επικρατεί ανησυχία για τη στάση που οφείλει να κρατήσει. Από τη μια πλευρά δεν ήθελε να συμμετάσχει σε μια κίνηση από την οποία θα επωφελούνταν σλαβικά κράτη, από την άλλη πλευρά μένοντας απαθής κινδύνευαν τα μεγάλα ελληνικά συμφέροντα, γι’ αυτό και επιλέγει την ουδετερότητα. Η πίεση, όμως της αντιπολίτευσης και του λαού, όπως αυτή εκδηλώνεται σε ογκώδη συγκέντρωση στα τέλη Μαΐου του 1877 στο Παναθηναϊκά Στάδιο, οδηγεί στις 26 Μαΐου 1887 στο σχηματισμό οικουμενικής κυβέρνησης υπό τον Κων/νο Κανάρη. Η κυβέρνηση αυτή εξετάζει σχέδιο συμμαχίας με τη Ρωσία, όμως πιέσεις της Αγγλίας και της Αυστρίας το ματαιώνουν. Παράλληλα ο Κανάρης αποβιώνει και στις 11 Ιανουαρίου 1878 σχηματίζεται κυβέρνηση υπό τον Αλεξ. Κουμουνδούρο.
    Εν τω μεταξύ οι κινήσεις και η προέλαση του ρώσικου στρατού είναι ταχύτατες με αποτέλεσμα γύρω στις 20 Ιανουαρίου 1878 να βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από την Κωνσταντινούπολη. Υπό την πίεση των εξελίξεων αυτών, τις πιέσεις της κοινής γνώμης και της Βουλής η ελληνική κυβέρνηση το βράδυ της 19ης Ιανουαρίου δίνει εντολή στον υποστράτηγο Σκαρλάτο Σούτσο να περάσει τα σύνορα και «να εισέλθη εις τας επαρχίας και λάβη κατοχήν προς τήρησιν της τάξεως, και προστατεύση την τιμήν και την ζωήν και την ιδιοκτησίαν παντών εν γένει των κατοίκων»(Δ. Κόκκινος, Ιστορία της νεοτέρας Ελλάδος, τ. 2, σελ. 654). Πράγματι, στις 21 Ιανουαρίου 1878, ο ελληνικός στρατός (8.000 περίπου) περνά τον αυχένα Δερβέν Φούρκα και μέσα σε 2 ημέρες (22 Ιανουαρίου 1878) βρίσκεται χωρίς μεγάλες δυσκολίες, στο Δομοκό, που τον πολιορκεί χωρίς επιτυχία, και καταλαμβάνει τη Σκάρμιτσα και οχυρώνεται στις πλαγιές, για να αντιμετωπίσει τις τυχόν ενισχύσεις των Τούρκων από Καρδίτσα και Φάρσαλα. Τα μεσάνυχτα της 24ης Ιανουαρίου η Αθήνα ζητούσε από τον Σούτσο να επιστρέψει το συντομότερο στο ελληνικό έδαφος ματαιώνοντας έτσι τα σχέδιά της. (Βάιος Τσόβας)
   Αιτία αυτής της απόφασης ήταν οι εντονότατες πιέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων, κυρίως της Αγγλίας , (η ελληνική κυβέρνηση από τους πρεσβευτές των Μ. Δυνάμεων έλαβε ως μοναδικό αντάλλαγμα συλλογική δήλωση ότι η ανάκληση αυτή έγινε με υπόδειξη τους και το θέμα των επαναστατημένων ελληνικών περιοχών της Τουρκίας

θα διευθετούνταν στο επερχόμενο συνέδριο ειρήνης), καθώς και το γεγονός ότι λίγες ώρες αργότερα, στις 25 Ιανουαρίου 1878, υπογράφεται στην Ανδριανούπολη ανακωχή και προσωρινή ειρήνη μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας (19 Φεβρουαρίου 1878), η οποία θα οδηγήσει στην υπογραφή της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου κατά την οποία δημιουργείται η Μεγάλη Βουλγαρία και πλήττονται καίρια τα ελληνικά συμφέροντα. Η Τουρκία μπορούσε πλέον απερίσπαστη να επιτεθεί κατά του ολιγάριθμου ελληνικού στρατού, ο οποίος δεν είχε καμία εξωτερική υποστήριξη. Έληγε, έτσι, η «αναίμακτος και άδακρυς» εισβολή των Ελλήνων στο τουρκοκρατούμενο έδαφος, η εισβολή των 5 ημερών.
     Πριν συμβούν τα γεγονότα του Δομοκού, Θεσσαλοί της Αθηνάς και ντόπιος πληθυσμός έχουν συγκροτήσει επαναστατικά σώματα και έτσι δημιουργούνται επαναστατικές εστίες στο Πήλιο, τη Δυτική Θεσσαλία, την Άρτα και τη Μακεδονία, οι οποίες θα σβήσουν γρήγορα εκτός από εκείνη της Δυτικής Θεσσαλίας.
     Χάρη σ’ αυτή την επαναστατική φλόγα της Δυτικής Θεσσαλίας, όταν θα έρθει η παραπάνω εντολή για απόσυρση του ελληνικού στρατού από το Δομοκό, ένας πυρήνας 170 υπαξιωματικών με επικεφαλής τους επιλοχίες Δ.Τερτίπη και Γ.Λάιο λιποτακτούν και συνεπικουρούμενοι από σώματα ατάκτων εισβάλουν στη Θεσσαλία. Αρχηγός της επανάστασης ορίζεται ο λοχαγός του Πυροβολικού Κ. Ισχόμαχος με βοηθούς τους Γ. Φιλάρετο και Ι. Ιγγλέση. Πολιτικός αρχηγός της Επανάστασης είναι ο Δ. Σούτσος, ο οποίος εγκαθίσταται στο χωριό Λουτρό. Το Αρχηγείο της Επανάστασης εγκαθίσταται αρχικά στο Σμόκοβο για να μετακινηθεί πολλές φόρες ανάλογα με τις ανάγκες. Με την άφιξη του Κ. Ισχόμαχου σχηματίστηκε επαναστατική επιτροπή από τοπικούς προκρίτους. Στις 31 Ιανουαρίου είχαν υπό τον έλεγχό τους όλα τα χωριά των ΝΑ Αγράφων και βρίσκονταν στον Κέδρο (Χαλαμπρέζι), όπου συνεπλάκησαν με  ισχυρή τουρκική δύναμη, την οποία ανάγκασαν να υποχωρήσει αφήνοντας 26 νεκρούς. Παρά το ότι η επανάσταση στερείται αντικειμενικών στόχων, επιτελικών σχεδίων και εφοδίων πετυχαίνει αξιόλογες επιτυχίες στη Σέκλιζα, στο Χαλάμπρεζι, στους Κουβανάδες, στο Μουζάκι, στον Άγιο Γεώργιο, στην Ι.Μ. Κορώνας, στην Ματαράγκα και στην Πετρομαγούλα Πύργου Κιερίου.
    
        Οι τριήμερες μάχες της Σέκλιζας είναι η πρώτη εκ παρατάξεως σύγκρουση των επαναστατών με οργανωμένο τούρκικο στρατό, γι’ αυτό και έχουν ιδιαίτερη σημασία για το ηθικό των επαναστατών και τους μετέπειτα αγώνες. Αφού εκδιώχθηκαν οι μικρές τουρκικές φρουρές από τη Ρεντίνα, το Λιάσκοβο, την Αργιθέα, την Καστανιά και τον Ίταμο, οι Τούρκοι συγκέντρωσαν τις δυνάμεις τους στην Καρδίτσα, στο Φανάρι και στα Τρίκαλα, διατηρώντας όμως ορισμένες οχυρές θέσεις-στηρίγματα. Μια τέτοια θέση είναι και το ύψωμα του Αγίου Αθανασίου στη Σέκλιζα το οποίο λόγω και της φύσει οχυρής και υπερυψωμένης θέσης του, ελέγχει τη γύρω περιοχή και κυρίως τη διάβαση από τα ορεινά προς την πεδιάδα της Καρδίτσας. Το οχυρό υπερασπίζονταν 200 περίπου εμπειροπόλεμοι γκέκηδες, καλά εξοπλισμένοι με οπισθογεμή όπλα γκρα- τελευταίου τύπου τότε- και άφθονα τρόφιμα και πυρομαχικά. Η μάχη δεν ήταν προγραμματισμένη. Ενώ τα επαναστατικά τμήματα ήταν διασκορπισμένα στο Σμόκοβο, τον Κέδρο, το Λουτρό, το Θραψίμι, ο οπλαρχηγός Γαλλής από τα Φουρνά με 300 Ευρυτάνες εθελοντές είχε στρατοπεδεύσει αρχικά στην Καστανιά και έπειτα προωθήθηκε στο Ζωγλόπι.
    Στις 9 Φεβρουαρίου το πρωί, χωρίς συνεννόηση με το αρχηγείο, ο Γαλλής άρχισε να κινείται αργά και με προφυλάξεις μέσα από τα αμπέλια και το Ξηρόκαμπο για να αιφνιδιάσει τους Τούρκους του Αη-Θανάση. Εκείνοι, όμως, από την ψηλή αυτή θέση, αντιλήφθηκαν εγκαίρως τις προθέσεις του και ζήτησαν βοήθεια από την Καρδίτσα. Όταν ο Γαλλής πέρασε το ποτάμι, χωρίς να το αντιληφθεί, βρέθηκε ο ίδιος πολιορκημένος από τους Τούρκους.
     Η είδηση έφθασε στο απόσπασμα του Δ. Σούτσου, που συγκέντρωνε τρόφιμα στον κάμπο, αργά το απόγευμα και εκείνος ειδοποίησε αμέσως τον αρχηγό Ισχόμαχο στο Σμόκοβο. Διατάχθηκε τότε ο αποσπασματάρχης Μιμίκος να σπεύσει με 80 άνδρες στη Σέκλιζα και να καταλάβει επίκαιρες θέσεις μέχρις ότου φθάσουν και τα άλλα σώματα. Πράγματι, η δύναμη αυτή ξεκίνησε στις 2:30 το πρωί από τα χωριά Χαλαμπρέζι και Λουτρό και, όταν έφθασε στο Παλιούρι, συναντήθηκε με τους αδελφούς Ζουλούμη που έρχονταν για τον ίδιο σκοπό από το Θραψίμι. Εκεί, ο Δ. Σούτσος πληροφορήθηκε ότι ο Γαλλής που διέτρεξε σοβαρό κίνδυνο, σώθηκε με τη βοήθεια του λοχία Κουσόπουλου, ο οποίος από το φυλάκιο του Ιτάμου έσπευσε με 17 ευζώνους και το απόσπασμα των αδερφών Παπαπολύζου, στο οποίο συμμετείχαν 30 περίπου σαρακατσαναίοι, μεταξύ αυτών και ο Καταφυγιώτης Ζαρκάδας.
     Οι οπλαρχηγοί, ύστερα από σύσκεψη, αποφάσισαν να βγάλουν από τη μέση το αγκάθι της Σέκλιζας, να πολιορκήσουν δηλαδή το λόφο και να τον καταλάβουν. Προς το σκοπό αυτό, με τη βοήθεια των ντόπιων Πολύζου,Ζαρκάδα, Τσαμπήρα κ.α. τα αποσπάσματα παρατάχθηκαν ως εξής: Οι αδερφοί Ζουλούμη και ο Ε. Ραχιώτης κατέλαβαν θέσεις δυτικά της Σέκλιζας, προς το ποτάμι, για να εμποδίσουν την έξοδο των Τούρκων που ήταν οχυρωμένοι στο χωριό. Ο Δ. Σούτσος με το ορεινό τηλεβόλο κατέλαβε τα Μαυρολίθαρα για να προσβάλλει το λόφο, ο Δ. Τερτίπης με το μισό σώμα των υπαξιωματικών παρατάχθηκε από το μέρος της Καρδίτσας και ο Γ. Λάιος τοποθετήθηκε στους πρόποδες της Γούβας για να αποκρούσει τουρκική βοήθεια που θα ερχόταν από την Καρδίτσα.
      Οι Αλβανοί είχαν οχυρώσει την εκκλησία, είχαν ανοίξει ορύγματα γύρω από το λόφο και ένα μικρό τμήμα τους ήταν οχυρωμένο στο κονάκι του μπέη της Σέκλιζας.
      Το σύνθημα της μάχης δόθηκε με το τηλεβόλο, ο κρότος του οποίου αρχικά φόβισε τους Αλβανούς , εκείνο όμως αποδείχθηκε ανίσχυρο , αν και ο Σούτσος το μετακίνησε στα 500 μέτρα κοντά στο λόφο. Τέλος, έσπασε ο κιλλίβαντάς του και καταστράφηκε προς μεγάλη χαρά των Αλβανών που αναθάρρησαν, αφού άλλωστε είδαν και την επικουρία που ξεκίνησε από την Καρδίτσα.
      Ο Λάιος άφησε το τουρκικό ιππικό να περάσει το ποτάμι και του επιτέθηκε στα νώτα. Οι Τούρκοι αιφνιδιασθέντες, έτρεξαν προς τη Σέκλιζα, όπου όμως τους περίμενε το σώμα του Τερτίπη και το μικρό απόσπασμα του γενναίου επιλοχία Περικλή Θεοδώρου, ενώ ο Λάιος εξακολουθούσε να τους καταδιώκει από πίσω. Αιφνιδιασθέντες από την πολυμέτωπη επίθεση οι Τούρκοι διέλυσαν τις γραμμές τους και έσπευσαν να σωθούν προς την Καρδίτσα, καταδιωκόμενοι μέχρι το Ρούσο. «Ήτο το όντι ωραίο το θέαμα ιππέων φευγόντων και διωκόμενων υπό πεζώ εν ευρυτάτω και ομαλώ πεδίω», γράφει ο ιστορικός του αγώνα εκείνου Μιλτιάδης Σεϊζάνης. Οι απώλειες των Τούρκων ήταν 18 άντρες και 20 άλογα, αρκετά πολεμοφόδια και όπλα.
     Η πρώτη αυτή νίκη των Ελλήνων στην ανοιχτή πεδιάδα αναπτέρωσε το ηθικό των επαναστατών, πολύ περισσότερο μάλιστα, από όσο θα έπρεπε, αφού κάτω από το κράτος του ενθουσιασμού αποφάσισαν κατά μέτωπο επίθεση εναντίον των οχυρωμάτων των Αλβανών στο ύψωμα του Αι-Θανάση. Οι φρόνιμες παρατηρήσεις των Τερτίπη, Λάιου και Σούτσου ότι δεν ήταν φρόνιμο να γίνει κατά μέτωπο επίθεση στον οχυρωμένο λόφο, δεν εισακούσθηκαν.
   Η έφοδος διατάχθηκε και οι επαναστάτες με επικεφαλής τους Τερτίπη, Λάιο και Σούτσο όρμησαν με ενθουσιασμό υπό των ήχο των σαλπίγγων προς το λόφο. Όταν όμως πλησίασαν στα 150 μέτρα από τα οχυρώματα, δέχτηκαν ομαδικά καταιγιστικά πυρά και καθηλώθηκαν. Βλέποντας ότι ήταν αδύνατο να προχωρήσουν, έπεσαν πρηνείς και άρχισαν να σύρονται προς τα πίσω για απομακρυνθούν από την επικίνδυνη ζώνη. Ο τελευταίος μάλιστα, αναγκάσθηκε να παραστήσει το νεκρό για πολλή ώρα, ώστε να σωθεί τρέχοντας, όταν αποσπάσθηκε η προσοχή των Αλβανών. Η αποτυχημένη έφοδος είχε αρκετά θύματα μεταξύ των οποίων ήταν και ο μακεδόνας σημαιοφόρος Νίκος Βούλγαρης.
     Όταν άρχισε η επίθεση των Ελλήνων στο λόφο, κρότος τηλεβόλου ανήγγειλε στους Αλβανούς ότι έρχεται βοήθεια από την  Καρδίτσα. Σ’ αυτό οφείλεται και η καρτερία με την οποία αντιμετώπισαν οι τελευταίοι την ελληνική επίθεση. Δυστυχώς, οι Έλληνες από τις χαμηλές θέσεις που κατείχαν δε μπόρεσαν να δουν πολλά πράγματα. Μόνο όταν η επικουρία έφτασε στο Ρούσο, είδαν 1000 περίπου πεζούς και 150 ιππείς με τηλεβόλο να σπεύδουν προς το μέρος τους. Τότε οι επιλοχίες Τερτίπης, Λάιος, Σούτσος και ο Ε. Ραχιώτης, αφού άφησαν τους αδερφούς Ζουλούμη να πολιορκούν το λόφο, εκείνοι με όλη την υπόλοιπη δύναμη επιτέθηκαν κατά μέτωπο στους επερχόμενους  τετραπλάσιους σε δύναμη Τούρκους στη πεδιάδα. Η μάχη διήρκησε 3 περίπου ώρες, υπήρξε λυσσαλέα, αλλά οι Έλληνες πολέμησαν γενναία και έτρεψαν τους Τούρκους σε φυγή, οι οποίοι επωφελήθηκαν το σκότος για να επιστρέψουν στην Καρδίτσα με σοβαρές απώλειες.
     Έτσι, φεύγοντας η 10η Φεβρουαρίου 1878 άφησε τα ελληνικά όπλα τροπαιοφόρα. Όλοι ήταν ευχαριστημένοι από την έκβαση, αλλά εξαντλημένοι από τον ολοήμερο αγώνα, κατάκοποι και νηστικοί. Υπήρχε όμως και αρκετή πίκρα ανάμεσα στους αγωνιστές. Όταν οι άλλοι έδιναν τον υπέρ πάντων αγώνα, κάποιοι οπλαρχηγοί τους παρακολουθούσαν από τα υψώματα. Αυτούς η ιστορία τους έγραψε στις μελανές σελίδες της. Το βράδυ οι επαναστάτες αποσύρθηκαν, άλλοι στο Καλλιφώνι και άλλοι στο Βελέσι, για να ξεκουραστούν και να περιθάλψουν τους τραυματίες. Όσοι πολιορκούσαν το λόφο διανυκτέρευσαν στις θέσεις τους στο ύπαιθρο. Τη νύχτα οι Αλβανοί, επωφελούμενοι από το σκότος και την κούραση των επαναστατών, εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και έφυγαν κρυφά προς την Καρδίτσα. Η καταδίωξη μέσα στη νύχτα ήταν δύσκολη και το σώμα του Ζουλούμη αρκέστηκε να καταλάβει τις θέσεις που εγκατέλειψαν στο λόφο.
      Την επομένη μέρα, 11 Φεβρουαρίου, οι διανυκτερεύσαντες στο Καλλιφώνι υπό τους Σούτσο, Λάιο και Τερτίπη, αφού πληροφορήθηκαν τη νυκτερινή φυγή του εχθρού, έμειναν με τη βεβαιότητα ότι οι Τούρκοι δε θα επιχειρούσαν άλλη έξοδο από την Καρδίτσα και διέταξαν τους στρατιώτες τους να καθαρίσουν τα όπλα τους. Στις 6 όμως το πρωί ξεκίνησε από την Καρδίτσα πολυάριθμος οθωμανικός στρατός από 2500 πεζούς και ιππείς με δύο τηλεβόλα υπό το Χασάν πασά, κατευθυνόμενος προς τη Σέκλιζα. Όταν οι Τούρκοι έφθασαν στο ύψος του Ρούσου και του Ζαιμίου η πεδιάδα είχε πλημμυρίσει από κόκκινα φέσια. Οι επαναστάτες που κατείχαν τη Σέκλιζα προς στιγμήν δίστασαν, αλλά αποφάσισαν να αντισταθούν και κατέλαβαν θέσεις στο λόφο, το νερόμυλο και στα γύρω υψώματα. Στις 8 περίπου οι Τούρκοι άρχισαν επιθέσεις και οι Έλληνες με μεγάλες δυσκολίες τις απέκρουσαν, όταν κατέφθασε δρομαίος ο ηρωικός λοχίας Περικλής Θεοδώρου με 60 ευζώνους και άλλους 50 εθελοντές από το Βελέσι και επιτέθηκε αμέσως στο αριστερό των Τούρκων. Συγχρόνως, έφθασαν τα σώματα των Ν. Κοντογιάννη και Ι. Σισμάνη, τα οποία ενώθηκαν με τους Ζουλουμαίους. Σε λίγο καταφθάνει και ο Δ. Σούτσος και καταλαμβάνει τα Μαυρολίθαρα. Κατά τις 9:30 εμφανίστηκε και το σώμα των υπαξιωματικών και παρατάχθηκε σε τρεις σειρές μέσα στα αμπέλια.
     Ο Χασάν πασάς άφησε λίγους ακροβολιστές στη Σέκλιζα και συγκέντρωσε όλο το στράτευμα εναντίον των υπαξιωματικών. Με διάφορα τεχνάσματα και εικονικές υποχωρήσεις προσπάθησε να βγάλει τους υπαξιωματικούς από τις θέσεις τους για να τους εξουδετερώσει στην ανοιχτή πεδιάδα. Εκείνοι όμως αντιλήφθηκαν τις προθέσεις του και εξακολούθησαν μαχόμενοι από τις οχυρές θέσεις που κατείχαν, επιφέροντας μεγάλη φθορά στον εχθρό.
      Κατά το μεσημέρι και ενώ ο αγώνας ήταν αμφίρροπος, κατέφθασε επικουρία με τους Καλαμάρα, Λαλιώτη, Καμάρα, Κοντογιάννη, Σισμάνη, Λάζο και Τζαβάρα και η ενισχυμένη πλέον δύναμη των επαναστατών προσβάλλει τους Τούρκους από όλες τις πλευρές.
     Περί τη δύση του ηλίου οι Τούρκοι, αφού απέτυχαν στον αντικειμενικό τους σκοπό, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν προς την Καρδίτσα, διωκόμενοι μέχρι το Ρούσο και μεταφέροντας μαζί τους περί τους 250 νεκρούς και τραυματίες. Από τους επαναστάτες έπεσαν στο πεδίο των μαχών 15 περίπου Έλληνες και τραυματίσθηκε θανάσιμα ο ηρωικός λοχίας Περικλής Θεοδώρου από τη Στυλίδα, τον οποίο οι συμπολεμιστές μετέφεραν στο Θραψίμι, όπου μετά 7 ημέρες πέθανε και τάφηκε εκεί. (Μετεπαναστατικά κινήματα στα θεσσαλικά Άγραφα, Λ. Γριβέλλας, Γ. Κλήμος). Ο Ηρακλής Γιαταγάνας θα αιχμαλωτίσει τη τούρκικη σημαία για να την παραδώσει αργότερα στη Βασίλισσα Όλγα.
     Η λήξη των τριήμερων μαχών της Σέκλιζας θα βρει του Έλληνες επαναστάτες νικητές. Η πρώτη αυτή σημαντική επιτυχία στο χώρο της Καρδίτσας θα αναπτερώσει το ηθικό των επαναστατών και θα τους οδηγήσει σε άλλες επιτυχίες. Η συντήρηση, λοιπόν, της φλόγας της επανάστασης στη Θεσσαλία θα επιτρέψει στην ελληνική κυβέρνηση μετά από διαπραγματεύσεις και διπλωματικές ενέργειες να πετύχει την στις 26 Μαρτίου/7 Απριλίου 1881 την Συμφωνία της Κωνσταντινούπολης με την οποία η Θεσσαλία και ο νομός Άρτας γίνονται τμήμα του ελληνικού κράτους και η οποία θα επικυρωθεί στις 20 Ιουνίου/2 Ιουλίου 1881 με τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης. Έτσι, στις 9 το πρωί της 18ης Αυγούστου 1881 η τρίτη φάλαγγα του ελληνικού στρατού με επικεφαλής τον Σκαρλάτο Σούτσο εισέρχεται ως απελευθερωτής στην πόλη της Καρδίτσας, επιβεβαιώνοντας τη μετέπειτα ρήση «ότι η διπλωματία εις των ζητημάτων των υποδούλων λαών την λύσιν προβαίνει μόνον όταν αυτά τίθενται προ αυτής υπό την οξυτάτην μορφήν της εθνικής εξεγέρσεως…»( Ε. Βενιζέλος) και αποδεικνύοντας για ακόμη μία φορά ότι «οι επαναστάσεις είναι οι ατμομηχανές της ιστορίας» (Κ. Μαρξ).


Εκφωνήθηκε στις 19 Φλεβάρη 2012 κατά τον εορτασμό της μάχης της Σέκλζας.
    

Δεν υπάρχουν σχόλια: